die einzahlung
ein
ˈa:n
αν
zah
t͡sa:
τσα
lung
lʊng
λουνγκ
einfühlung

Ορισμός και σημασία του "einzahlung"στα γερμανικά

Die Einzahlung
01

κατάθεση, καταβολή

Geld auf ein Konto bringen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einzahlungen
γενική πτώση
Einzahlung
Παραδείγματα
Die Einzahlung wurde gestern gemacht. 

Η κατάθεση έγινε χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

einzahlung

ein

+

zahlung

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store