Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einzahlung
01
κατάθεση, καταβολή
Geld auf ein Konto bringen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Einzahlung
πληθυντικός τύπος
Einzahlungen
Παραδείγματα
Die Einzahlung wurde gestern gemacht.
Η κατάθεση έγινε χθες.
Λεξικό Δέντρο
einzahlung
ein
zahlung



























