Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einwohner
[female form: einwohnerin][gender: masculine]
01
κάτοικος, κάτοικος
Der Mensch, der in einem Ort wohnt
Παραδείγματα
Neue Einwohner ziehen in das Dorf.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κάτοικος, κάτοικος