der einwohner
einwohner
aɪ̯nvo:nɐ
ainvon

Ορισμός και σημασία του "einwohner"στα γερμανικά

01

κάτοικος, κάτοικος

Der Mensch, der in einem Ort wohnt 
der Einwohner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einwohner
αρσενικό ενικό
Einwohner
θηλυκό ενικό
einwohnerin
neutral form
Bewohner
γενική πτώση
Einwohners
Παραδείγματα
Berlin hat viele Einwohner. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store