Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einwand
[gender: masculine]
01
αντίρρηση, κριτική παρατήρηση
Eine geäußerte Gegenmeinung oder kritische Anmerkung zu einer Aussage, einem Vorschlag oder einer Entscheidung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einwand(e)s
πληθυντικός τύπος
Einwände
Παραδείγματα
Gibt es noch Einwände gegen den Vorschlag?
Υπάρχουν ακόμη αντιρρήσεις κατά της πρότασης;
Λεξικό Δέντρο
einwand
ein
wand



























