beruhigen
beruhigen
bəʁu:ɪgng
bērooigng
beunruhigen

Ορισμός και σημασία του "beruhigen"στα γερμανικά

beruhigen
01

καθησυχάζω, ηρεμώ

Jemanden oder etwas ruhiger machen 
beruhigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
ruhigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beruhige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beruhigt
ενεστώτα μετοχή
beruhigend
απλός αόριστος
beruhigte
παθητική μετοχή
beruhigt
Παραδείγματα
Die Mutter beruhigt das weinende Kind. 

Η μητέρα ηρεμεί το κλαίμενο παιδί.

02

ηρεμώ, χαλαρώνω

Sich entspannen 
beruhigen definition and meaning
Παραδείγματα
Nach dem Unfall hat sie sich schnell beruhigt. 

Μετά το ατύχημα, ηρέμησε γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store