Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beruhigen
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
Jemanden oder etwas ruhiger machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
ruhigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beruhige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beruhigt
ενεστώτα μετοχή
beruhigend
απλός αόριστος
beruhigte
παθητική μετοχή
beruhigt
Παραδείγματα
Die Mutter beruhigt das weinende Kind.
Η μητέρα ηρεμεί το κλαίμενο παιδί.
02
ηρεμώ, χαλαρώνω
Sich entspannen
Παραδείγματα
Nach dem Unfall hat sie sich schnell beruhigt.
Μετά το ατύχημα, ηρέμησε γρήγορα.



























