Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beruhigen
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
Jemanden oder etwas ruhiger machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
ruhigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beruhige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beruhigt
ενεστώτα μετοχή
beruhigend
απλός αόριστος
beruhigte
παθητική μετοχή
beruhigt
Παραδείγματα
Beruhige dich, es ist alles in Ordnung.
Ηρέμησε, όλα είναι εντάξει.
02
ηρεμώ, χαλαρώνω
Sich entspannen
Παραδείγματα
Ich kann mich nicht beruhigen, wenn ich nervös bin.
Δεν μπορώ να ηρεμήσω όταν είμαι νευρικός.



























