Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angehen
01
αρχίζω, ξεκινώ
Planmäßig starten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht an
ενεστώτα μετοχή
angehend
απλός αόριστος
ging an
παθητική μετοχή
angegangen
Παραδείγματα
Das Theaterstück geht um 19:30 Uhr an.
Το θεατρικό έργο ξεκινά στις 19:30.
02
αφορά, σχετίζεται με
Jemanden oder etwas betreffen
Παραδείγματα
Deine Kommentare gehen mich überhaupt nichts an!
Τα σχόλιά σου δεν με αφορούν καθόλου !
03
αντιμετωπίζω, ασχολούμαι με
Etwas aktiv bewältigen
Παραδείγματα
Die Regierung muss die Wohnungskrise jetzt entschlossen angehen.
Η κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει την κρίση στέγασης αποφασιστικά τώρα.
04
προσεγγίζω κάποιον, ζητώ κάτι από κάποιον
Jemanden um etwas bitten
Παραδείγματα
Er ging mich an der Bahnstation um eine Zigarette an.
Μου ζήτησε στο σταθμό του τρένου ένα τσιγάρο.
05
ανάβω, ενεργοποιώ
Aktiviert werden
Παραδείγματα
Die Ampel geht auf Grün.
Το φανάρι ανάβει πράσινο.



























