Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angehen
01
αρχίζω, ξεκινώ
Planmäßig starten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht an
ενεστώτα μετοχή
angehend
απλός αόριστος
ging an
παθητική μετοχή
angegangen
Παραδείγματα
Die Sonderangebote gehen erst morgen früh an.
Οι ειδικές προσφορές δεν θα ξεκινήσουν μέχρι αύριο το πρωί.
02
αφορά, σχετίζεται με
Jemanden oder etwas betreffen
Παραδείγματα
Das geht dich nichts an!
Αυτό δεν σε αφορά !
03
αντιμετωπίζω, ασχολούμαι με
Etwas aktiv bewältigen
Παραδείγματα
Sie ging die Renovierung Zimmer für Zimmer an.
Αυτή αντιμετώπισε την ανακαίνιση δωμάτιο προς δωμάτιο.
04
προσεγγίζω κάποιον, ζητώ κάτι από κάποιον
Jemanden um etwas bitten
Παραδείγματα
Die Praktikantin ging ihren Chef um einen früheren Feierabend an.
Η πρακτική προσέγγισε τον προϊστάμενό της για να ζητήσει νωρίτερη ώρα λήξης.
05
ανάβω, ενεργοποιώ
Aktiviert werden
Παραδείγματα
Sobald du den Bewegungsmelder passierst, geht das Licht an.
Να ανάβει μόλις περάσεις τον αισθητήρα κίνησης.



























