Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Angehörige
01
συγγενής, μέλος της οικογένειας
Eine Person, die zu einer Familie oder Gruppe gehört
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angehörige
αρσενικό ενικό
Angehöriger
θηλυκό ενικό
Angehörige
neutral form
Angehörige
γενική πτώση
Angehöriger
Παραδείγματα
Er ist ein enger Angehöriger meiner Familie.
Είναι ένας στενός συγγενής της οικογένειάς μου.
LanGeek



























