der angehörige
an
ˈan
an
gehö
gəhø:
gēheu
ri
ʁɪ
ri
ge

Ορισμός και σημασία του "angehörige"στα γερμανικά

Der Angehörige
01

συγγενής, μέλος της οικογένειας

Eine Person, die zu einer Familie oder Gruppe gehört 
der Angehörige definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angehörige
αρσενικό ενικό
Angehöriger
θηλυκό ενικό
Angehörige
neutral form
Angehörige
γενική πτώση
Angehöriger
Παραδείγματα
Er ist ein enger Angehöriger meiner Familie. 

Είναι ένας στενός συγγενής της οικογένειάς μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store