rabattrechtsgültig
από 4
rabattrechtsgültig
rabatt[n]

έκπτωση,προσφορά

rabbi[n]

ραββίνος,ραββίνος

rabe[n]

κοράκι,κόρακας

rachen[n]
rachsucht[n]

επιθυμία για εκδίκηση,εκδίκηση

racquetball[n]
rad[n]

ρόδα,λάστιχο

rad fahren[phrase]
radfahren[n]

ποδηλασία,κυκλοφορία με ποδήλατο

radfahrer[n]

ποδηλάτης,αθλητής ποδηλασίας

radicchio[n]

ραντίτσιο,κόκκινο ραδίκι

radiergummi[n]

γόμα,γόμα σβήσματος

radierung[n]

οξυγραφία,χαρακτική οξυγραφία

radieschen[n]

ραπανάκι,κόκκινο ραπανάκι

radikal[adj]

θεμελιώδης,ριζοσπαστικός

radikalisierung[n]
radio[n]

ραδιόφωνο,ραδιοφωνικός δέκτης

radiosender[n]

ραδιοφωνικός σταθμός,ραδιοφωνικό κανάλι

radius[n]

ακτίνα,ακτίνα

radler[n]

ποδηλάτης,κυκλοναύτης

radwegenetz[n]
rahm[n]
rahmen[n]

πλαίσιο,δομή

rakete[n]

πύραυλος,βλήμα

rambutan[n]

ραμπούταν,τριχωτό λίτσι

rand[n]

άκρη,περιθώριο

randbemerkung[n]
randvoll[adj]
rang[n]
ranghöherer[n]

ανώτερος

rangniederer[n]

υφιστάμενος,κατώτερος

ranking[n]
rappen[n]

ελβετικό σεντ,ράπεν

rar[adj]

σπάνιος,ασυνήθιστος

rasch[adj]
rasen[n]

γκαζόν,χλοοτάπητας

rasieren[v]

ξυρίζω,ξυρίζομαι

rasierer[n]

ξυράφι,ηλεκτρικό ξυράφι

rasierschaum[n]

αφρός ξυρίσματος,κρέμα ξυρίσματος

raspeln[v]
rasse[n]
rassel[n]

κουδουνάκι,κροταλίστρα

rassismus[n]

ρατσισμός,φυλετική διάκριση

rastlosigkeit[n]

ανησυχία,ανασφάλεια

rat[n]

συμβουλή,παράκληση

ratatouille[n]

ρατατούγια,ρατατούγια

raten[v]

μαντεύω,υποθέτω

ratespiel[n]

παιχνίδι εικασίας,παιχνίδι γρίφων

ratgeber[n]

οδηγός,εγχειρίδιο

rathaus[n]

δημαρχείο,κτίριο δημοτικής αρχής

rational[adj]

λογικός,ορθολογικός

ratlosigkeit[n]
rätoromanisch[adj]

σχετικός με τη ρομανική γλώσσα ή κουλτούρα,ρομανικός

ratschlag[n]

συμβουλή,παράκληση

rätsel[n]

αίνιγμα,παζλ

rätselhaft[adj]
ratte[n]

αρουραίος,ποντίκι

rau[adj]
raub[n]

ληστεία,κλοπή

räuber[n]
raubtier[n]
rauchen[n][v]

κάπνισμα,κατανάλωση καπνού • καπνίζω,καπνίζω καπνό

raucher[n]

καπνιστής,καπνίστρια

rauf[adv]

πάνω,προς τα πάνω

raum[n]

δωμάτιο,αίθουσα

räumen[v]
raumfahrer[n]

αστροναύτης,διαστημικός ταξιδιώτης

raumfahrt[n]
raumfahrzeug[n]
raupe[n]

κάμπια,πρόνυμφα πεταλούδας

raureif[n]

παγετός,λευκός πάγος

raus[adv]

έξω,προς τα έξω

rauschgift[n]

ναρκωτικό,ψυχοτρόπο ουσία

rausgehen[v]
raute[n]

ρόμβος,ρομβοειδές σχήμα

reagieren[v]

αντιδρώ,απαντώ

reaktion[n]

αντίδραση,απάντηση

realisieren[v]

πραγματοποιώ,υλοποιώ

realisierung[n]
realismus[n]

ρεαλισμός,ρεαλισμός

realistisch[adj]

ρεαλιστικός,πραγματικός

realität[n]

πραγματικότητα,η πραγματικότητα

recherche[n]

έρευνα

recherchieren[v]
rechnen[v]

υπολογίζω,μετρώ

rechner[n]

αριθμομηχανή,υπολογιστής

rechnerisch[adj]
rechnerkapazität[n]
rechnung[n]

υπολογισμός,υπολογισμοί

recht[n][adj][adv]

δικαίωμα,προνόμιο • δεξιός,στα δεξιά • αρκετά,πολύ

recht haben[phrase]
rechteck[n]
rechtfertigen[v]
rechtfertigung[n]

δικαιολόγηση,υπεράσπιση

rechtlich[adj]

νομικός,νόμιμος

rechts[adv]

δεξιά,προς τα δεξιά

rechtsanwalt[n]

δικηγόρος,νομικός

rechtschreibung[n]

ορθογραφία,ορθογραφία

rechtsfall[n]
rechtsgültig[adj]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή