Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Rauchen
[gender: neuter]
01
κάπνισμα, κατανάλωση καπνού
Der Akt des Tabakkonsums
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Rauchens
Παραδείγματα
Das Rauchen schadet der Gesundheit.
Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία.
rauchen
01
καπνίζω, καπνίζω καπνό
Tabak durch Einatmen von Rauch konsumieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
raucht
ενεστώτα μετοχή
rauchend
απλός αόριστος
rauchte
παθητική μετοχή
geraucht
Παραδείγματα
Ich rauche nicht.
Δεν καπνίζω.



























