das rauchen
rauchen
ʁaʊ̯xən
rawkhēn
rauschenrachen

Ορισμός και σημασία του "rauchen"στα γερμανικά

01

κάπνισμα, κατανάλωση καπνού

Der Akt des Tabakkonsums 
das Rauchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Rauchens
Παραδείγματα
Rauchen ist hier verboten. 

Το κάπνισμα απαγορεύεται εδώ.

rauchen
01

καπνίζω, καπνίζω καπνό

Tabak durch Einatmen von Rauch konsumieren 
rauchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
raucht
ενεστώτα μετοχή
rauchend
απλός αόριστος
rauchte
παθητική μετοχή
geraucht
Παραδείγματα
Er raucht eine Zigarette. 

Αυτός καπνίζει ένα τσιγάρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store