Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechtlich
01
νομικός, νόμιμος
Im Zusammenhang mit dem Gesetz oder den Rechten stehend
Παραδείγματα
Er hat rechtlich Anspruch auf Entschädigung.
Έχει νόμιμο δικαίωμα σε αποζημίωση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νομικός, νόμιμος