Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Rastlosigkeit
01
ανησυχία, ανασφάλεια
Ein Zustand innerer Unruhe oder ständiger Bewegung, oft mit Unfähigkeit zur Entspannung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Rastlosigkeit
Παραδείγματα
Seine Rastlosigkeit hinderte ihn daran, länger als 5 Minuten stillzusitzen.
Η ανησυχία του τον εμπόδιζε να κάθεται ακίνητος για περισσότερο από 5 λεπτά.



























