Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rätoromanisch
01
σχετικός με τη ρομανική γλώσσα ή κουλτούρα, ρομανικός
Die rätoromanische Sprache oder Kultur betreffend
Παραδείγματα
In Graubünden hört man manchmal rätoromanische Lieder.
Στο Γκριζόν, ακούγονται μερικές φορές τραγούδια ρετορομανικά.


























