der cken
ˈʁʏ
ru
cken
kən
kēn
rockenrecken

Ορισμός και σημασία του "rücken"στα γερμανικά

01

πλάτη, πίσω μέρος

Der hintere Teil vom Körper 
der Rücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rücken
γενική πτώση
Rückens
Παραδείγματα
Mein Rücken tut weh. 

Πονάει η πλάτη μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store