Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rechner
[gender: masculine]
01
αριθμομηχανή, υπολογιστής
Ein Gerät zum Rechnen oder Berechnen von Zahlen
Παραδείγματα
Der Rechner hilft bei der schnellen Berechnung.
Η αριθμομηχανή βοηθά στον γρήγορο υπολογισμό.
02
υπολογιστής, αριθμομηχανή
Ein elektronisches Gerät, das Daten verarbeitet
Παραδείγματα
Viele Spiele laufen auf dem Rechner.
Πολλά παιχνίδια εκτελούνται στον υπολογιστή.


























