der rechner
rechner
ʁɛçnɐ
rechn

Ορισμός και σημασία του "rechner"στα γερμανικά

01

αριθμομηχανή, υπολογιστής

Ein Gerät zum Rechnen oder Berechnen von Zahlen 
der Rechner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rechner
γενική πτώση
Rechners
Παραδείγματα
Ich benutze den Rechner für Matheaufgaben. 

Χρησιμοποιώ την αριθμομηχανή για μαθηματικά προβλήματα.

02

υπολογιστής, αριθμομηχανή

Ein elektronisches Gerät, das Daten verarbeitet 
der Rechner definition and meaning
Παραδείγματα
Der Rechner im Büro ist sehr schnell. 

Ο υπολογιστής στο γραφείο είναι πολύ γρήγορος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store