Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechnen
[past form: rechnete]
01
υπολογίζω, μετρώ
Mit Zahlen arbeiten, um ein Ergebnis zu finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rechne
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechnet
ενεστώτα μετοχή
rechnend
απλός αόριστος
rechnete
παθητική μετοχή
gerechnet
Παραδείγματα
Kannst du das Ergebnis noch einmal rechnen?
Μπορείς να υπολογίσεις ξανά το αποτέλεσμα άλλη μια φορά ;



























