rechnen
Pronunciation
/ˈʀɛçnən/

Ορισμός και σημασία του "rechnen"στα γερμανικά

rechnen
[past form: rechnete]
01

υπολογίζω, μετρώ

Mit Zahlen arbeiten, um ein Ergebnis zu finden
rechnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rechne
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechnet
ενεστώτα μετοχή
rechnend
απλός αόριστος
rechnete
παθητική μετοχή
gerechnet
Παραδείγματα
Kannst du das Ergebnis noch einmal rechnen?
Μπορείς να υπολογίσεις ξανά το αποτέλεσμα άλλη μια φορά ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store