Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rand
[gender: masculine]
01
άκρη, περιθώριο
Der äußere Bereich oder die Kante von etwas
Παραδείγματα
Der Text hat breite Ränder.
Το κείμενο έχει φαρδιές περιθώρια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άκρη, περιθώριο