der Rand
Pronunciation
/ʁant/

Ορισμός και σημασία του "rand"στα γερμανικά

01

άκρη, περιθώριο

Der äußere Bereich oder die Kante von etwas
der Rand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rand(e)s
πληθυντικός τύπος
Ränder
Παραδείγματα
Der Text hat breite Ränder.
Το κείμενο έχει φαρδιές περιθώρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store