herdhistorisch
από 4
herdhistorisch
herd[n]

κουζίνα,στόφα

herde[n]
herein[adv]

μέσα,μπείτε

hering[n]
herkömmlich[adj]
herkunft[n]

προέλευση,καταγωγή

herr[n]

κύριος,κύριε

herrlich[adj]

υπέροχος,θαυμάσιος

herrschaft[n]

βασιλεία,κυριαρχία

herrschen[v]

κυβερνώ,βασιλεύω

herrscher[n]

κυβερνήτης,άρχοντας

herstellen[v]

παράγω,κατασκευάζω

hersteller[n]

κατασκευαστής,παραγωγός

herstellung[n]

παραγωγή,κατασκευή

herumhüpfen[v]

χοροπηδώ γύρω,πηδώ εδώ κι εκεί

herumlaufen[v]
herumliegen[v]
herunter[adv]
herunterfahren[v]

κλείνω,απενεργοποιώ

heruntergekommen[adj]

ετοιμόρροπος,παλιός

herunterladen[v]

κατεβάζω,φορτώνω

herunterziehen[v]
hervorheben[v]
hervorragend[adj]

εξαιρετικός,υπέροχος

hervorrufen[v]
herz[n]

καρδιά,καρδιά (όργανο)

herz-kreislauf-system[n]
herzdruckmassage[n]
herzinfarkt[n]
herzlich[adj]

εγκάρδιος,ζεστός

herzrhythmus[n]
herzschlag[n]
herzschmerz[n]

πόνος της καρδιάς,ραγισμένη καρδιά

heterogen[adj]
heterosexuell[adj]
hetze[n]

βιασύνη,σπευσμός

heu[n]

άχυρο,ξηρή τροφή

heuchelei[n]

υποκρισία,προσποίηση

heuchlerisch[adj]

υποκριτικός,ψεύτικος

heulen[v]
heuschrecke[n]

ακρίδα,τζίτζικας

heute[adv]

στις μέρες μας,σήμερα

heutig[adj]

σύγχρονος,σημερινός

heutzutage[adv]
hexagramm[n]

εξάγραμμα,αστέρι έξι ακτίνων

hexen[v]

μαγεύω,ρίχνω ξόρκι

hexenkunst[n]

τέχνη της μαγείας,πρακτική της μαγείας

hier[adv]

Εδώ είναι,Ορίστε

hierarchie[n]

ιεραρχία,ιεραρχική δομή

hierarchiestufe[n]
hierdurch[adv]
hierher[adv]

εδώ,προς εδώ

hierzulande[adv]

εδώ,στη χώρα μας

hiesig[adj]

τοπικός,εδώ

high heels[n]
highlighter[n]

φωτιστικό,highlighter

hilfe[n]

βοήθεια,υποστήριξη

hilfreich[adj]
hilfsbereit[adj]

βοηθητικός,πρόθυμος να βοηθήσει

hilfsbereitschaft[n]

προθυμία να βοηθήσει,διαθεσιμότητα για βοήθεια

hilfsmittel[n]

βοηθητικό μέσο,εργαλείο

himbeere[n]

βατόμουρο,βατόμουρο

himmel[n]

ουρανός,ουρανός

hin[adv]

εκεί,προς τα εκεί

hin- und hergerissen[adj]

σχισμένος,αποφασιστικός

hinarbeiten[v]
hinausgehen[v]
hindernis[n]
hineinschlüpfen[v]
hineinschnuppern[v]

δοκιμάζω,ριχνω μια ματια

hineinversetzen[v]

βάζω τον εαυτό μου στη θέση κάποιου,συμπάσχω

hingegen[conj]

αντιθέτως,ωστόσο

hinlegen[v]

ξαπλώνω,τοποθετώ

hinnehmen[v]

αποδέχομαι,ανέχομαι

hinschauen[v]
hinsicht[n]

πτυχή, οπτική γωνία

hinsichtlich[prep]

σχετικά με,όσον αφορά

hinten[adv]

πίσω,στο πίσω μέρος

hinter[prep]

πίσω από,όπισθεν

hinter den kulissen[phrase]
hinterfragen[v]

αμφισβητώ,εξετάζω κριτικά

hintergrund[n]

φόντο,υπόβαθρο

hinterhältig[adj]

ύπουλος,προδοτικός

hinterher[adv]

μετά,ύστερα

hinterhof[n]

πίσω αυλή,αυλή στο πίσω μέρος

hinterlassen[v]

αφήνω,αφήνω πίσω

hinterlegung[n]
hinunterwerfen[v]

πετώ κάτω,ρίχνω προς τα κάτω

hinweis[n]

ενδείξεις,στοιχείο

hinweisen[v]

υποδεικνύω,επιστρέφω την προσοχή

hinwendung[n]
hip[adj]
hippie[n]
hirn[n]
hirnstruktur[n]
hirsch[n]

ελάφι,ζαρκάδι

hirse[n]
hirte[n]
historiker[n]
historisch[adj]

ιστορικός,ιστορικός

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή