Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Heuchelei
[gender: feminine]
01
υποκρισία, προσποίηση
Falsches Verhalten, das Ehrlichkeit oder Gefühle nur vortäuscht
Παραδείγματα
In dieser Organisation herrscht oft Heuchelei statt echter Zusammenarbeit.
Σε αυτόν τον οργανισμό, συχνά επικρατεί υποκρισία αντί για πραγματική συνεργασία.


























