Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herumliegen
01
ungeordnet oder ungenutzt an einem Ort liegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Im Wohnzimmer liegen überall Zeitschriften herum.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungeordnet oder ungenutzt an einem Ort liegen