hinterfragen
hinterfragen
hɪntɐfʁa:gng
hintfragng

Ορισμός και σημασία του "hinterfragen"στα γερμανικά

hinterfragen
01

αμφισβητώ, εξετάζω κριτικά

Etwas aktiv und kritisch prüfen, um versteckte Aspekte oder Wahrheiten zu erkennen 
hinterfragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hinterfrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinterfragt
ενεστώτα μετοχή
hinterfragend
απλός αόριστος
hinterfragte
παθητική μετοχή
hinterfragt
Παραδείγματα
Journalisten sollten politische Entscheidungen hinterfragen. 

Οι δημοσιογράφοι πρέπει να αμφισβητούν τις πολιτικές αποφάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store