hinterfragen
Pronunciation
/hɪntɐˈfʁaːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "hinterfragen"στα γερμανικά

hinterfragen
[past form: hinterfragte]
01

αμφισβητώ, εξετάζω κριτικά

Etwas aktiv und kritisch prüfen, um versteckte Aspekte oder Wahrheiten zu erkennen
hinterfragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hinterfrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinterfragt
ενεστώτα μετοχή
hinterfragend
απλός αόριστος
hinterfragte
παθητική μετοχή
hinterfragt
Παραδείγματα
Oppositionsparteien müssen Regierungsentscheidungen hinterfragen.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρέπει να αμφισβητούν τις κυβερνητικές αποφάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store