Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinterfragen
[past form: hinterfragte]
01
αμφισβητώ, εξετάζω κριτικά
Etwas aktiv und kritisch prüfen, um versteckte Aspekte oder Wahrheiten zu erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hinterfrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinterfragt
ενεστώτα μετοχή
hinterfragend
απλός αόριστος
hinterfragte
παθητική μετοχή
hinterfragt
Παραδείγματα
Oppositionsparteien müssen Regierungsentscheidungen hinterfragen.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρέπει να αμφισβητούν τις κυβερνητικές αποφάσεις.



























