Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinterhältig
01
ύπουλος, προδοτικός
Jemand, der heimlich und böse handelt, ohne ehrlich zu sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hinterhältigsten
συγκριτικός βαθμός
hinterhältiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Man darf nicht hinterhältig sein, wenn man Freunde haben will.
Δεν πρέπει να είσαι hinterhältig αν θέλεις να έχεις φίλους.



























