hinterhältig
hinterhältig
hɪntɐhɛltɪk
hintheltik

Ορισμός και σημασία του "hinterhältig"στα γερμανικά

hinterhältig
01

ύπουλος, προδοτικός

Jemand, der heimlich und böse handelt, ohne ehrlich zu sein 
hinterhältig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hinterhältigsten
συγκριτικός βαθμός
hinterhältiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Charakter, Verhalten, Moral
Παραδείγματα
Man darf nicht hinterhältig sein, wenn man Freunde haben will. 

Δεν πρέπει να είσαι hinterhältig αν θέλεις να έχεις φίλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store