Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Hilfsmittel
01
βοηθητικό μέσο, εργαλείο
Ein Werkzeug oder Gerät, das eine Tätigkeit erleichtert oder eine Beeinträchtigung ausgleicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hilfsmittels
πληθυντικός τύπος
Hilfsmittel
Παραδείγματα
Eine Brille ist ein wichtiges Hilfsmittel für Menschen mit Sehschwäche.
Τα γυαλιά είναι ένα σημαντικό βοηθητικό μέσο για άτομα με ασθενή όραση.



























