Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Herkunft
01
προέλευση, καταγωγή
Der Ort oder die Familie, aus der jemand oder etwas stammt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Herkunft
πληθυντικός τύπος
Herkünfte
Παραδείγματα
Ihre Herkunft ist aus Italien.
Η καταγωγή της είναι από την Ιταλία.
02
καταγωγή, γένος
Die Familie oder Abstammung einer Person
Παραδείγματα
Seine Herkunft ist adelig.
Η καταγωγή του είναι ευγενής.



























