die herkunft
herkunft
hɛɐ̯kʊnft
hekoonft

Ορισμός και σημασία του "herkunft"στα γερμανικά

01

προέλευση, καταγωγή

Der Ort oder die Familie, aus der jemand oder etwas stammt 
die Herkunft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Herkünfte
γενική πτώση
Herkunft
Παραδείγματα
Ihre Herkunft ist aus Italien. 

Η καταγωγή της είναι από την Ιταλία.

02

καταγωγή, γένος

Die Familie oder Abstammung einer Person 
Παραδείγματα
Seine Herkunft ist adelig. 

Η καταγωγή του είναι ευγενής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store