Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herausstellen
[past form: stellte heraus]
01
αποδεικνύομαι, καταλήγω
Im Laufe der Zeit klar und offensichtlich werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
heraus
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle heraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt heraus
ενεστώτα μετοχή
herausstellend
απλός αόριστος
stellte heraus
παθητική μετοχή
herausgestellt
Παραδείγματα
Wie wird sich die Situation herausstellen?
Πώς θα αποδειχθεί η κατάσταση;



























