herausstellen
he
χε
raus
ʁaʊ̯s
ραουσ
ste
ʃtɛ
στε
llen
lən
λαν

Ορισμός και σημασία του "herausstellen"στα γερμανικά

herausstellen
01

αποδεικνύομαι, καταλήγω

Im Laufe der Zeit klar und offensichtlich werden 
herausstellen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
heraus
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle heraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt heraus
ενεστώτα μετοχή
herausstellend
απλός αόριστος
stellte heraus
παθητική μετοχή
herausgestellt
Παραδείγματα
Es stellte sich heraus, dass er recht hatte. 

Αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store