hinlegen
hinlegen
hɪnle:gng
hinlegng
hingegen

Ορισμός και σημασία του "hinlegen"στα γερμανικά

hinlegen
01

ξαπλώνω, τοποθετώ

Etwas oder sich selbst an einen bestimmten Platz legen, oft flach auf eine Oberfläche 
hinlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hin
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege hin
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt hin
ενεστώτα μετοχή
hinlegend
απλός αόριστος
legte hin
παθητική μετοχή
hingelegt
Παραδείγματα
Er legte das Buch auf den Tisch hin. 

Αυτός έβαλε το βιβλίο στο τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store