Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinlegen
01
ξαπλώνω, τοποθετώ
Etwas oder sich selbst an einen bestimmten Platz legen, oft flach auf eine Oberfläche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hin
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege hin
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt hin
ενεστώτα μετοχή
hinlegend
απλός αόριστος
legte hin
παθητική μετοχή
hingelegt
Παραδείγματα
Nach der langen Wanderung legten sie sich erschöpft hin.
Μετά τη μακρά πεζοπορία, ξάπλωσαν εξαντλημένοι.



























