Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éprouver
01
δοκιμάζω
tester quelque chose pour vérifier sa qualité, sa résistance ou son efficacité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éprouve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éprouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éprouverai
ενεστώτα μετοχή
éprouvant
παθητική μετοχή
éprouvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éprouvions
Παραδείγματα
Le constructeur éprouve ses matériaux avant de les utiliser.
Ο κατασκευαστής δοκιμάζει τα υλικά του πριν τα χρησιμοποιήσει.
02
υποφέρω, αντέχω
subir quelque chose de difficile ou pénible
Παραδείγματα
Elle éprouve beaucoup de souffrance après son accident.
Αυτή βιώνει πολλά βάσανα μετά το ατύχημά της.
03
υφίσταμαι, επηρεάζομαι
subir un effet négatif ou être affecté par quelque chose
Παραδείγματα
Cette crise a éprouvé l'économie du pays.
Αυτή η κρίση δοκίμασε την οικονομία της χώρας.
04
αισθάνομαι, βιώνω
ressentir une émotion, un sentiment ou une sensation
Παραδείγματα
Elle éprouve beaucoup de joie en voyant ses enfants.
Αυτή νιώθει πολλή χαρά βλέποντας τα παιδιά της.



























