Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éprouver
01
δοκιμάζω
tester quelque chose pour vérifier sa qualité, sa résistance ou son efficacité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éprouve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éprouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éprouverai
ενεστώτα μετοχή
éprouvant
παθητική μετοχή
éprouvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éprouvions
Παραδείγματα
On éprouve toujours les pneus avant de les vendre.
Δοκιμάζουμε πάντα τα λάστιχα πριν τα πουλήσουμε.
02
υποφέρω, αντέχω
subir quelque chose de difficile ou pénible
Παραδείγματα
Il éprouve de la douleur à cause de sa blessure.
Αυτός νιώθει πόνο λόγω του τραυματισμού του.
03
υφίσταμαι, επηρεάζομαι
subir un effet négatif ou être affecté par quelque chose
Παραδείγματα
Les habitants ont été éprouvés par les inondations.
Οι κάτοικοι επηρεάστηκαν από τις πλημμύρες.
04
αισθάνομαι, βιώνω
ressentir une émotion, un sentiment ou une sensation
Παραδείγματα
Ils éprouvent un profond respect pour leur professeur.
Αυτοί νιώθουν βαθύ σεβασμό για τον δάσκαλό τους.



























