Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épouvantable
01
qui cause une grande peur ou horreur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus épouvantable
συγκριτικός βαθμός
plus épouvantable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
épouvantable
αρσενικό πληθυντικό
épouvantables
θηλυκό ενικό
épouvantable
θηλυκό πληθυντικό
épouvantables
Παραδείγματα
Les conditions de vie dans cette prison étaient épouvantables.



























