Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éponge
[gender: feminine]
01
σφουγγάρι, σκούπα
objet poreux et absorbant utilisé pour nettoyer ou laver
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
éponges
Παραδείγματα
Essore bien l' éponge après usage.
Στύψτε καλά το σφουγγάρι μετά τη χρήση.
02
σφουγγάρι, θαλάσσιο σφουγγάρι
animal marin poreux qui absorbe l'eau, souvent utilisé pour se laver ou nettoyer
Παραδείγματα
Cette éponge est douce et très absorbante.
Αυτό το σφουγγάρι είναι μαλακό και πολύ απορροφητικό.



























