l'éponge
éponge
epɔ̃ʒ
epawzh

Ορισμός και σημασία του "éponge"στα γαλλικά

01

σφουγγάρι, σκούπα

objet poreux et absorbant utilisé pour nettoyer ou laver 
l'éponge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
éponges
Παραδείγματα
Passe l'éponge sur la table après le repas. 

Σκούπισε το τραπέζι με το σφουγγάρι μετά το γεύμα.

02

σφουγγάρι, θαλάσσιο σφουγγάρι

animal marin poreux qui absorbe l'eau, souvent utilisé pour se laver ou nettoyer 
l'éponge definition and meaning
Παραδείγματα
L'éponge vit fixée au fond de la mer. 

Το σφουγγάρι ζει στερεωμένο στον βυθό της θάλασσας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store