épique
épique
epɪk
epik
étiqueépoque

Ορισμός και σημασία του "épique"στα γαλλικά

01

επικός, ηρωικός

qui raconte ou évoque des actions héroïques, des exploits extraordinaires ou un ton grandiose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus épique
συγκριτικός βαθμός
plus épique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
épique
αρσενικό πληθυντικό
épiques
θηλυκό ενικό
épique
θηλυκό πληθυντικό
épiques
θεματικό πεδίο
littérature, narration, ton
Παραδείγματα
Ce film raconte une aventure épique. 

Αυτή η ταινία αφηγείται μια επική περιπέτεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store