épique
Pronunciation
/epˈik/

Ορισμός και σημασία του "épique"στα γαλλικά

01

επικός, ηρωικός

qui raconte ou évoque des actions héroïques, des exploits extraordinaires ou un ton grandiose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus épique
συγκριτικός βαθμός
plus épique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
épique
αρσενικό πληθυντικό
épiques
θηλυκό ενικό
épique
θηλυκό πληθυντικό
épiques
Παραδείγματα
Une musique épique accompagne la scène finale.
Μια επική μουσική συνοδεύει την τελική σκηνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store