le trou
trou
tʁu
troo
bouesousflougoût

Ορισμός και σημασία του "trou"στα γαλλικά

01

τρύπα, άνοιγμα

ouverture ou espace vide dans une surface 
le trou definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trous
Παραδείγματα
Le chat est passé par le trou dans la clôture. 

Η γάτα πέρασε από την τρύπα στο φράχτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store