la trouille
Pronunciation
/tʀuj/

Ορισμός και σημασία του "trouille"στα γαλλικά

La trouille
[gender: feminine]
01

φόβος, τρόμος

peur forte et familière
la trouille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ils ont eu la trouille de leur vie pendant la tempête.
Είχαν τον φόβο της ζωής τους κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store