Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La troupe
01
ομάδα, σώμα
groupe de personnes réunies pour une activité commune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
troupes
Παραδείγματα
Une troupe d' amis s' est retrouvée au café.
Μια ομάδα φίλων συναντήθηκε στο καφέ.



























