Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le trou
01
τρύπα, άνοιγμα
ouverture ou espace vide dans une surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trous
Παραδείγματα
Le chat est passé par le trou dans la clôture.
Η γάτα πέρασε από την τρύπα στο φράχτη.



























