Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rougir
01
κοκκινίζω, ερυθριώ
devenir rouge, souvent à cause de la honte, de la timidité ou de la chaleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rougis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rougissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rougirai
ενεστώτα μετοχή
rougissant
παθητική μετοχή
rougi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rougissions
Παραδείγματα
Elle a rougi quand il lui a fait un compliment.
Κόκκινε όταν της έκανε κομπλιμέντο.
02
κοκκινίζω, κάνω κόκκινο
rendre quelque chose rouge ou lui donner une teinte rouge
Παραδείγματα
Le soleil couchant rougit les nuages.
Ο ηλιοβασιλέματος κοκκινίζει τα σύννεφα.



























