rougir
rou
ʁʊ
roo
gir
ʒɪʁ
zhir
rugir

Ορισμός και σημασία του "rougir"στα γαλλικά

rougir
01

κοκκινίζω, ερυθριώ

devenir rouge, souvent à cause de la honte, de la timidité ou de la chaleur 
rougir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rougis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rougissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rougirai
ενεστώτα μετοχή
rougissant
παθητική μετοχή
rougi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rougissions
Παραδείγματα
Elle a rougi quand il lui a fait un compliment. 

Κόκκινε όταν της έκανε κομπλιμέντο.

02

κοκκινίζω, κάνω κόκκινο

rendre quelque chose rouge ou lui donner une teinte rouge 
Παραδείγματα
Le soleil couchant rougit les nuages. 

Ο ηλιοβασιλέματος κοκκινίζει τα σύννεφα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store