Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ronronner
01
γουργουρίζω, βουίζω
produire un bruit doux et continu, surtout chez le chat quand il est content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ronronne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ronronnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ronronnerai
ενεστώτα μετοχή
ronronnant
παθητική μετοχή
ronronné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ronronnions
Παραδείγματα
Le chat ronronne sur les genoux de sa maîtresse.
Η γάτα γουργουρίζει στα γόνατα της κυρίας της.
02
γουργουρίζω, βουίζω απαλά
produire un bruit régulier et doux , comme un moteur en marche
Παραδείγματα
La voiture ronronne après avoir démarré.
Το αυτοκίνητο γουργουρίζει μετά την εκκίνηση.
03
γουργουρίζω, συνεχίζει τη δραστηριότητά του με κανονικό και ήρεμο τρόπο
continuer son activité de manière régulière et tranquille
Παραδείγματα
L'usine ronronne malgré la pluie.
Το εργοστάσιο γουργουρίζει παρά τη βροχή.



























