Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ronronner
01
γουργουρίζω, βουίζω
produire un bruit doux et continu, surtout chez le chat quand il est content
Παραδείγματα
Les chats ronronnent quand ils sont calmes et détendus.
Οι γάτες γουργουρίζουν όταν είναι ήρεμες και χαλαρές.
02
γουργουρίζω, βουίζω απαλά
produire un bruit régulier et doux, comme un moteur en marche
Παραδείγματα
Le générateur ronronne toute la nuit.
Ο γεννήτριας γουργουρίζει όλη τη νύχτα.
03
γουργουρίζω, συνεχίζει τη δραστηριότητά του με κανονικό και ήρεμο τρόπο
continuer son activité de manière régulière et tranquille
Παραδείγματα
L' entreprise ronronne depuis des années.
Η επιχείρηση γουργουρίζει εδώ και χρόνια.



























