Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le quartier
01
κομμάτι, φέτα
morceau ou partie découpée d'un fruit, d'un objet ou d'un aliment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quartiers
Παραδείγματα
Elle mange un quartier d'orange.
Τρώει ένα φέτα πορτοκάλι.
02
τέταρτο, συνοικία
une des quatre parties égales d'un tout
Παραδείγματα
J'ai mangé un quartier de pomme.
Έφαγα ένα τέταρτο μήλου.
03
γειτονιά, συνοικία
partie d'une ville où vivent des habitants
Παραδείγματα
J'habite dans un quartier calme.
Ζω σε μια ήσυχη γειτονιά.
04
τεταρτημόριο της σελήνης, φάση τετάρτου της σελήνης
phase de la Lune où elle apparaît à moitié éclairée
Παραδείγματα
La Lune est en premier quartier ce soir.
Η Σελήνη είναι στο πρώτο τέταρτο απόψε.
05
συνοικία, περιοχή
zone spécifique d'une ville avec des caractéristiques propres
Παραδείγματα
Ce quartier est réservé aux piétons.
Αυτή η γειτονιά είναι αποκλειστικά για πεζούς.
06
πτέρυγα, τμήμα
partie séparée d'une prison destinée à un usage spécifique
Παραδείγματα
Il est détenu dans le quartier de haute sécurité.
Κρατείται στο τμήμα υψηλής ασφάλειας.



























