Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pignon
01
κουκουνάρι, κουκουνάρια
petite graine comestible extraite de certaines espèces de pin, utilisée en cuisine, notamment dans les sauces, pâtisseries et salades
Παραδείγματα
Elle a saupoudré des pignons sur les légumes rôtis.
Πάσπαλισε κουκουνάρια στα ψητά λαχανικά.
02
αέτωμα, τριγωνικό τμήμα στέγης
partie triangulaire d'un mur située sous le toit en pente, souvent visible sur la façade d'un bâtiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pignons
Παραδείγματα
Le pignon de l' église est orné d' une croix en bois.
Το πιγιόν της εκκλησίας είναι διακοσμημένο με ένα ξύλινο σταυρό.
03
τροχαλία, γρανάζι
roue dentée qui transmet un mouvement ou une force mécanique dans un mécanisme
Παραδείγματα
Le pignon central est plus grand que les autres dans cet engrenage.
Το κεντρικό γρανάζι είναι μεγαλύτερο από τα άλλα σε αυτό το σύστημα γραναζιών.



























