le pilon
pi
pi
πι
lon
lɔ̃
λο
piton

Ορισμός και σημασία του "pilon"στα γαλλικά

01

γουδοχέρι, κοπάνι

ustensile utilisé avec un mortier pour écraser, broyer ou réduire en poudre des aliments, herbes ou épices 
le pilon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pilons
Παραδείγματα
Elle utilise un pilon pour écraser le poivre dans le mortier. 

Χρησιμοποιεί ένα γουδοχέρι για να συνθλίψει το πιπέρι στο γουδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store