Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pilon
01
γουδοχέρι, κοπάνι
ustensile utilisé avec un mortier pour écraser, broyer ou réduire en poudre des aliments, herbes ou épices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pilons
Παραδείγματα
Elle utilise un pilon pour écraser le poivre dans le mortier.
Χρησιμοποιεί ένα γουδοχέρι για να συνθλίψει το πιπέρι στο γουδί.



























