pile
pile
pil
pil

Ορισμός και σημασία του "pile"στα γαλλικά

La pile
[gender: feminine]
01

στοίβα, σωρός

amas d'objets placés les uns sur les autres
la pile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
piles
Παραδείγματα
J' ai trouvé ton dossier dans la pile de papiers.
Βρήκα το φάκελό σου στη στοίβα των χαρτιών.
02

μπαταρία, στοιχείο

dispositif qui produit de l'électricité par réaction chimique
la pile definition and meaning
Παραδείγματα
Les piles usagées doivent être recyclées.
Οι χρησιμοποιημένες μπαταρίες πρέπει να ανακυκλώνονται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store