Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piger
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
comprendre ou saisir le sens de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pigerai
ενεστώτα μετοχή
pigeant
παθητική μετοχή
pigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pigions
Παραδείγματα
Je n'ai pas pigé ce que tu voulais dire.
Δεν κατάλαβα τι ήθελες να πεις.



























