piger
pi
pi
pi
ger
ʒe
zhe
piégerpiperpiler

Ορισμός και σημασία του "piger"στα γαλλικά

01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

comprendre ou saisir le sens de quelque chose 
piger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pigerai
ενεστώτα μετοχή
pigeant
παθητική μετοχή
pigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pigions
Παραδείγματα
Je n'ai pas pigé ce que tu voulais dire. 

Δεν κατάλαβα τι ήθελες να πεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store