la personnification
personnification
paɛʁsɔnifikasjɔ̃
paersawnifikasyaw

Ορισμός και σημασία του "personnification"στα γαλλικά

La personnification
01

προσωποποίηση, ανθρωποποίηση

figure de style qui attribue des caractéristiques humaines à des objets ou des idées 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
personnifications
Παραδείγματα
La personnification du vent rend le poème vivant. 

Η προσωποποίηση του ανέμου κάνει το ποίημα ζωντανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store