Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La personnification
[gender: feminine]
01
προσωποποίηση, ανθρωποποίηση
figure de style qui attribue des caractéristiques humaines à des objets ou des idées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
personnifications
Παραδείγματα
La personnification rend les histoires plus imagées et intéressantes.
Η προσωποποίηση κάνει τις ιστορίες πιο ζωντανές και ενδιαφέρουσες.



























